Πληροφορίες για τα Μαστιχοχώρια

Πληροφορίες για τα Μαστιχοχώρια

Μαστιχοχώρια

Η Χίος, είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου και φημίζεται για το ήπιο κλίμα, τις πανέμορφες παραλίες και το πλήθος των ιστορικών του μνημείων. Πάνω από όλα όμως η Χίος είναι γνωστή στα πέρατα του κόσμου ήδη από την αρχαιότητα, για τη μαστίχα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η μαστίχα έδωσε το όνομα της στους  μεσαιωνικούς οικισμούς της Νότιας Χίου που περιγράφονται ως Μαστιχοχώρια. Η ίδρυση των οικισμών αυτών χρονολογείται από την Βυζαντινή περίοδο και παρά τις φθορές και τις καταστροφές που έχουν υποστεί στο πέρασμα των αιώνων εξακολουθούν να αποτελούν μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς. Κατά την περίοδο της Γενουοκρατίας (1346–1566) συστηματοποιείται η καλλιέργεια της μαστίχας και ιδρύονται τα Μαστιχοχώρια στην Νότια Χίο, 22 τον αριθμό.   Σκοπός της οργάνωσης των χωριών ήταν η καλύτερη εκμετάλλευση του μονοπωλιακού προϊόντος της μαστίχας. Οι θέσεις των χωριών ήταν αθέατες από τη θάλασσα και η διάταξη τους είχε φρουριακή μορφή για την προστασία των χωρικών από τους επιδρομείς που μάστιζαν το Αιγαίο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.

Σε όλα τα χωριά παρατηρούνται κοινά χαρακτηριστικά στην πολεοδομική συγκρότηση: έχουν κλειστό τετράπλευρο σχήμα και τα τελευταία προς τα έξω σπίτια σχηματίζουν περιμετρικά το αμυντικό τείχος του οικισμού. Στο κέντρο του κάθε οικισμού υπήρχε ψηλός ορθογώνιος πύργος και μικρότεροι κυλινδρικοί πύργοι στις γωνίες του τείχους. Οι δρόμοι δεν ακολουθούν γεωμετρικές χαράξεις και η είσοδος στους οικισμούς ήταν δυνατή συνήθως από μια μόνο πρόσβαση. Τα σπίτια ακολουθούν σε γενικές γραμμές τις ίδιες αρχές ως προς την οργάνωση των χώρων τους αλλά παρόλα αυτά εμφανίζουν ποικιλία. Είναι λιθόκτιστα, με ισόγειο και έναν όροφο και οι χώροι τους καλύπτονται από ημικυλινδρικούς θόλους (γέρματα). Στο ισόγειο ήταν οι στάβλοι και οι αποθήκες για τα γεωργικά προϊόντα ενώ στον όροφο βρίσκονταν τα δωμάτια κατοικίας που αναπτύσσονταν γύρω από έναν κεντρικό υπαίθριο χώρο, το «πουντί», που χρησίμευε για τον ηλιασμό και τον αερισμό του ορόφου. Τα δώματα όλων των σπιτιών ήταν σχεδόν στο ίδιο ύψος, ώστε να είναι εύκολη η διαφυγή των κατοίκων σε περίπτωση κινδύνου από σπίτι σε σπίτι. Από όλα τα Μαστιχοχώρια, καλύτερα διατηρούνται εκείνα που δεν υπέστησαν μεγάλες ζημιές καταστροφικό σεισμό του 1881: το Πυργί, τα Μεστά, οι Ολύμποι και λιγότερο η Βέσσα, η Καλαμωτή και η Ελάτα.

Περισσότερες Πληροφορίες

Η Χίος, είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και φημίζεται για το ήπιο κλίμα, τις πανέμορφες παραλίες και το πλήθος των ιστορικών της μνημείων. Πάνω από όλα όμως η Χίος είναι γνωστή για τη  Μαστίχα , που την έχει κάνει γνωστή στα πέρατα του κόσμου, ήδη από την αρχαιότητα.

Η μαστίχα Χίου είναι απόλυτα φυσικό προϊόν που συλλέγεται από τον φλοιό των μαστιχόδενδρων που ευδοκιμούν  αποκλειστικά και μόνο στο νότιο τμήμα του νησιού.

Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο η μαστίχα, έδωσε το όνομα της στους  μεσαιωνικούς οικισμούς της Νοτίου Χίου, τα γνωστά  «Μαστιχοχώρια».

 Η ίδρυση των οικισμών αυτών χρονολογείται από την Βυζαντινή περίοδο των Ιουστινιάνι, και παρά τις φθορές και τις καταστροφές που έχουν υποστεί στο πέρασμα των αιώνων εξακολουθούν να αποτελούν μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς.

 Οι Ιουστινιάνι (1346-1566μ.Χ) γνωρίζοντας τη σπουδαιότητα, τη σπανιότητα και κατά συνέπεια την υψηλή τιμή της μαστίχας, ενδιαφέρθηκαν από την αρχή για την απόκτηση του απόλυτου ελέγχου και την καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση αυτού του μονοπωλιακού προϊόντος. Για το λόγο αυτό άλλωστε προσπάθησαν να προστατεύσουν τη μαστίχα από τις επιδρομές των πειρατών, των λαθρεμπόρων και των ανεξέλεγκτων καλλιεργητών.

Έτσι, αφού καταμετρήθηκαν και «κρατικοποιήθηκαν» οι μαστιχοφόροι σχίνοι, χτίστηκαν 22 καινούργιοι οικισμοί, τα  Μαστιχοχώρια, σε θέσεις αθέατες από τη θάλασσα και με φρουριακή  μορφή. Μέχρι τότε οι καλλιεργητές των σχίνων ζούσαν διασπαρμένοι σε πολλές μικρές κώμες ή σε αγροικίες και η επιτήρησή τους ήταν δύσκολη.

Τα νέα χωριά χτίστηκαν σύμφωνα με τα ιταλικά αρχιτεκτονικά πρότυπα της εποχής από Λατίνους αρχιτέκτονες, εργολάβους και μηχανικούς, με υποχρεωτική όμως εργασία των ντόπιων αγροτών. Στο κέντρο του κάθε οικισμού υπήρχε ένας ψηλός ορθογώνιος πύργος. Γύρω του τα σπίτια ακουμπούσαν το ένα πάνω στο άλλο, ενώ οι τοίχοι των σπιτιών που βρίσκονταν στην περίμετρο του χωριού σχημάτιζαν το εξωτερικό του τείχος, στις γωνιές του οποίου υπήρχαν κυλινδρικοί πυργίσκοι με πολεμίστρες. Οι δρόμοι ήταν στενοί και αρκετοί κατέληγαν σε αδιέξοδο, για να μπερδεύονται οι επίδοξοι εισβολείς και να μην φτάνουν εύκολα στον Πύργο, την καρδιά του χωριού. Αυτό το αρχιτεκτονικό σχέδιο, εκτός του ότι προστάτευε, έδινε ταυτόχρονα τη δυνατότητα στον αφέντη να κλείνει τις πύλες και να ελέγχει απόλυτα τους υπηκόους του.

Τα σπίτια των οικισμών σε γενικές γραμμές ακολουθούν τις ίδιες αρχές ως προς την οργάνωση των χώρων τους, αλλά παρόλα αυτά εμφανίζουν ποικιλία. Είναι λιθόκτιστα, με ισόγειο και έναν όροφο και οι χώροι τους καλύπτονται από ημικυλινδρικούς θόλους (γέρματα). Στο ισόγειο ήταν οι στάβλοι και οι αποθήκες για τα γεωργικά προϊόντα ενώ στον όροφο βρίσκονταν τα δωμάτια της κατοικίας που αναπτύσσονταν γύρω από έναν κεντρικό υπαίθριο χώρο, το «πουντί», που χρησίμευε για τον φωτισμό και τον αερισμό του ορόφου. Τα δώματα όλων των σπιτιών ήταν σχεδόν στο ίδιο ύψος, ώστε να είναι εύκολη η διαφυγή των κατοίκων σε περίπτωση απειλής από σπίτι σε σπίτι.

Μόλις ολοκληρώθηκαν τα έργα, οι Γενοβέζοι άρχοντες εγκαταστάθηκαν στους πύργους και οι περίοικοι κλήθηκαν - για την ακρίβεια εξαναγκάστηκαν- να κατοικήσουν στα σπίτια

Για παράδειγμα, 14 τουλάχιστον κώμες άδειασαν για να εποικιστεί το Πυργί, που χτίστηκε στις αρχές του 15ου αιώνα, στην καρδιά της μαστιχοπαραγωγού περιοχής, σε τοποθεσία όπου προΰπαρχε βυζαντινό οχυρό, ο ναός των Αγίων Αποστόλων, πιθανώς και οικισμός.

Η νότια Χίος και επί Γενοβέζων και επί Τούρκων ήταν ελεγχόμενη περιοχή. Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να πάει εκεί, αν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος. Η απομόνωση αυτή επέτρεψε στους κατοίκους των Μαστιχοχωρίων να διατηρήσουν ακέραιες τις πατροπαράδοτες αξίες και συνήθειες. Επιπλέον το κάθε χωριό ξεχωριστά, κλεισμένο μέσα στα τείχη του, διαμόρφωσε το δικό του ξεχωριστό «μικρόκοσμο». Συμβαίνει λοιπόν το παράδοξο, σε έναν περιορισμένο γεωγραφικά χώρο, γειτονικά χωριά να διαφέρουν στην ενδυμασία, στα έθιμα, αλλά κυρίως στη διάλεκτο.

Κάθε χωριό έχει τη δική του μοναδική προφορά συχνά και λέξεις. Στα κοντινά στη Χίο χωριά, οι παρεκκλίσεις αμβλύνθηκαν με τα χρόνια, στα πιο απομακρυσμένα, ακόμα και σήμερα οι διαφορές στην ντοπιολαλιά είναι εμφανείς.

Από όλα τα Μαστιχοχώρια, καλύτερα διατηρούνται εκείνα που δεν έπαθαν μεγάλες ζημιές από τον καταστροφικό σεισμό του 1881: το Πυργί, τα Μεστά, οι Ολύμποι και λιγότερο η Βέσσα, η Καλαμωτή και η Ελάτα.

Τα πολεοδομικά και τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των μεσαιωνικών χωριών της Χίου σήμερα, αναγνωρίζονται σε έναν περιορισμένο αριθμό οικισμών στα νότια του νησιού.

Ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος, αυτοκράτορας του βασιλείου της Νίκαιας, υπέγραψε το 1261 τη Συνθήκη του Νυμφαίου με τον δόγη της Γένουας Νυμφαίου, αποβλέποντας στη βοήθεια της ιταλικής πόλης για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Μεταξύ των άλλων προνομίων, που παραχώρησε στους Γενουάτες ήταν και το δικαίωμα της ίδρυσης εμπορείων σε διάφορες πόλεις– εμπορικά κέντρα της αυτοκρατορίας. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και η Χίος και κατά τη περίοδο της Γενουοκρατίας (1346–1566) συστηματοποιείται η καλλιέργεια της μαστίχας και ιδρύονται 22 Μαστιχοχώρια στη Νότια Χίο.

Σε περίπτωση πειρατικών επιδρομών υπήρχε στη Χίο από τη βυζαντινή εποχή ένα σύστημα προειδοποίησης το οποίο τελειοποιήθηκε από τους Γενοβέζους χτίζοντας τις Βίγλες σε υψώματα. Οι βίγλες ήταν κυλινδρικά κτίρια, χωρίς πόρτες στα οποία οι βιγλάτορες μπαινόβγαιναν με ξύλινες σκάλες, από παράθυρα που βρίσκονταν ψηλά. Όταν έβλεπαν να πλησιάζει άγνωστο πλοίο, ειδοποιούσαν ανάβοντας φωτιές τις γειτονικές βίγλες, που έκαναν το ίδιο και με τον τρόπο αυτό, η είδηση έφτανε πολύ σύντομα στα χωριά.

Οι βιγλάτορες είχαν το νου τους και στην ενδοχώρα, για τον περιορισμό του λαθρεμπορίου της μαστίχας. Η επάνδρωση των βιγλών ήταν υποχρέωση κάθε χωριού. Μάλιστα, σε μερικά χωριά βίγλιζαν εκ περιτροπής όλοι οι κάτοικοι, ένα εικοσιτετράωρο ο καθένας.